Camembert: Η ενδέκατη πληγή του Φαραώ

Η δουλειά μου συχνά με πάει στο εξωτερικό. Είμαι τυχερός, έχω κάθε χρόνο 5-6 ταξίδια σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και όχι μόνο. Και όσο οι περισσότεροι ταξιδιώτες εστιάζουν σε μουσεία, αρχιτεκτονική και δεν ξέρω τι, εμένα πιο πολύ με νοιάζει τι περίεργο θα φάω.

Το πιο πρόσφατό μου ταξίδι ήταν στη Γαλλία, στη Βρεστη. Πήγαμε μαζί με τον συνεργάτη μου τον Παναγιώτη, και φυσικά, μας ένοιαζε τί και πού θα τρώμε! Κάπου εκεί είναι που θέλω να σταθώ. Αυτό είναι μια ιστορία από μόνο του, γιατί τυρί.

Βλέπετε, έχω ένα κάποιο πάθος με τα τυριά. Φέτα με το πεντόκιλο, για γραβιέρα απλώς τρώω όλη τη Νάξο, κατσικίσιο και βελάζουν οι κατσίκες. Για να μην πω για τσένταρ που νιώθω ότι η Αγγλία επέλεξε το Brexit απλώς για να μην έχω εγώ πρόσβαση στο τυρί τους! Ο Παναγιώτης είναι και αυτός σαν εμένα, και χειρότερος. Και μιας και είμαστε στη Γαλλία, πάρε κατσικίσιο, πάρε brie, πάρε camembert ο Παναγιώτης. Το πρώτο είναι αθώο και περνάει απαρατήρητο. Το δεύτερο έχει τη μαγκιά του και κουμαντάρεται εύκολα. Το τρίτο όμως… εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Εδώ πια θέτω όρια! Όχι μεγάλε. Όχι αυτό. Το camembert, βλέπεις, είναι ο λόγος για τον οποίο τα τυριά έχουν συνδυαστεί με την ποδαρίλα και τα πόδια με την τυρίλα. Το camembert δεν αστειεύεται. Σου έρχεται σενιαρισμένο και κυριλάτο, στρογγυλό, μέσα σε ξύλινες συσκευασίες και τυλιγμένο με υφάσματα και διακοσμημένα τούλια, αλλά κάπου εκεί μέσα, σε αυτό το γαλακτοκομικό πριγκηπάτο, κρύβεται ο Βελζεβούλ. Ένα πλάσμα του Κάτω Κόσμου το οποίο στην καλύτερη των περιπτώσεων πλύθηκε μόνο τη μέρα που γεννήθηκε. Και αυτό κατά λάθος. Χαριστικά. Ίσα ίσα με μωρομάντηλα που ήταν ξεχασμένα με ανοιχτή τη συσκευασία στο πορτ μπαγκαζ του Lada Niva που οδηγούσε ο παππούς σου τη μέρα που έβγαλε τη γιαγιά σου για πρώτη φορά ραντεβού στην παραλία ένα καυτό αυγουστιάτικο μεσημέρι του 1947.

Όπως και να το κάνεις όμως, αν την έχεις τη λόξα με τα τυριά, την έχεις. Είσαι πιστός σκλάβος του Βελζεβούλ και παίζεις τη ζωή σου κορώνα-γράμματα επιλέγοντας να αγοράσεις ένα πακέτο camembert. Το καταλαβαίνω και δεν θα πάω κόντρα σε αυτό. Όλοι έχουμε τα βίτσια μας. Και πες ότι την έκανες τη μαλακία. Το έφερες σπίτι καμαρωτός, γεμάτος ανυπομονησία αλλά και υπεροψία γιατί το παίζεις πρωτοπαλίκαρο στην παρέα σου. «Δεν ξέρετε εσείς από ποιότητα ζωής και σαβουάρ βιβρ. Έχω εκλεκτά γούστα και τρώω camembert εγώ με το πιτόγυρο του €1.60.». Άσε μας ρε Παναγιώτη που θα μας πεις ότι το camembert είναι σαβουάρ βιβρ. Σαβούρα βιβρ, μπορεί. Σαβουάρ, νον μερσί.

Μιλάμε για ένα τυρί που φροντίζει να κάνει αισθητή την παρουσία του πριν καλά καλά βγάλει τα παπούτσια του. Το πρώτο σοκ, όχι μόνο για τον ηθικό αυτουργό, αλλά και για τους γύρω του, είναι τη στιγμή που το ανοίγει. Το λεπτεπίλεπτο καπάκι του ξύλινου κουτιού αφαιρείται, και ξαφνικά κρύβεται ο ήλιος. Ένα δυνατό αεράκι μπαίνει από το κλειστό (wtf?) παράθυρο και περνάει μια γρήγορη βόλτα από τον θάνατο των τεσσάρων ευρώ που βρίσκεται στο χέρι του Παναγιώτη. Το -ποτισμένο με δάκρυα ορφανών παιδιών του Καζακστάν- διακοσμημένο τούλι σηκώνεται στον αέρα όλο χάρη και χορεύει στους μεθυστικούς ρυθμούς της λίμνης των νεκρών κύκνων, φροντίζοντας να μην μείνει ούτε γωνία του διαμερίσματος ανεπηρέαστη. Με το γαλακτοκομικό κατασκεύασμα πλέον ξεσκέπαστο, the world is free for the taking.

Ο Παναγιώτης έχει ήδη δακρύσει από ευτυχία. Κρατάει το τυρί στην αγκαλια του λες και κοιτάει για πρώτη φορά το νεογέννητο μωρό του, ενώ εγώ -I kid you not (see what I did there?)- βλέπω το μωρό της Ροζμαρί. Τα ρουθούνια μου είναι σε κατάσταση αποσύνθεσης λες και ο Thanos μόλις έκανε ένα ευγενικό «κλικ» τα δάχτυλά του σε ειδική παραγγελία για τη μύτη μου και μόνο. Και κάπου εκεί, έρχεται η κίνηση ματ. Η στιγμή της κρίσης. Το γεγονός που θα κάνει τον Γ´ Παγκόσμιο πόλεμο να φαίνεται σαν άλλη μια επανάληψη των Απαράδεκτων.

Ο Παναγιώτης βυθίζει το μαχαίρι στο τυρί και κόβει ένα κομμάτι! Αυτό ήταν! Ο τελευταίος προμαχώνας της δημόσιας τάξης και της ρινικής υγείας, αυτή η λιπαρή, παχιά, κιτρινωπή, καικαλαβρώσιμημηχέσω στρώση που τυλίγει αυτό το διαβολικό κατασκεύασμα και πασχίζει με νύχια και με δόντια να κρατήσει φυλακισμένη μέσα την πανούκλα που κρύβει, έχει πέσει. We are doomed! Η ενδέκατη πληγή του Φαραώ μόλις εξαπολύθηκε στο διαμέρισμα μας, και κατ´ επέκταση σε όλη τη χώρα. Τα μάτια μου έχουν δακρύσει. Μια μητέρα έξω στο δρόμο λιποθύμισε και το καροτσάκι με το μωρό της κύλησε στην κατηφόρα (θα ορκιζόμουν ότι το μωρό έδειχνε ευγνώμων και προσευχόταν να μην τελειώσει η κατηφόρα ποτέ!). Στην πόλη σήμανε πυρηνικός συναγερμός και όλοι έτρεξαν άρον άρον στα καταφύγια. Μισή ώρα αργότερα πήρε φωτιά η Παναγία των Παρισιων. ΤΥΧΑΙΟ;;;;;

Με τις λιγοστές δυνάμεις που μου είχαν απομείνει, μάζεψα τα πράγματά μου και έφυγα από το σπίτι. Πρέπει να φύγω από τη χώρα. Every man for himself! Μπαίνω στο πρώτο ταξί που πετυχαίνω. Ο τύπος άπλυτος, να ρεύεται δίχως αύριο, και το ταξί μέσα στη μπίχλα. Παράδεισος! Αγαλλίαση! «Στο αεροδρόμιο και γρήγορα», του φωνάζω. Ακούω ένα μεταθανάτιο «μμμ», το εκλαμβάνω ως αποδοχή της εντολής μου και ξεκινάμε.

Φτάνω στο αεροδρόμιο και τρέχω στο γκισέ της Air France.
– «Έχω πτήση για Αθήνα αύριο και θα ήθελα να την αλλάξω για να πετάξω σήμερα.»
– «Μισό λεπτό να κοιτάξω διαθεσιμότητα.»
– «ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΜΙΣΟ ΛΕΠΤΟ!»
– «MONSIEUR!»
– «μμμ»
– «Βλέπω ότι έχουμε θέσεις για την πτήση που αναχωρεί σε μία ώρα, αλλά η αλλαγή θα σας κοστίσει π…»
– «ΔΕΝΜΕΝΟΙΑΖΕΙΔΩΣΤΗΜΟΥ!»

Με το εισιτήριο στο χέρι, τρέχω για check-in. Από εκεί σούμπιτος για έλεγχο ασφαλείας, μαλλιοκούβαρα προς την πύλη και φτάνω στο τσακ. Τελευταίος μπαίνω στο αεροπλάνο. Με περίμεναν. Προφανώς έπεσε σύρμα για τον πανικόβλητο τύπο που πληρώνει όσο-όσο να φύγει από τη χώρα. Κάθομαι στη θέση μου και ήδη έχω ρωτήσει πώς θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω τη μάσκα οξυγόνου χωρίς να έχει παρουσιαστεί κάποιο πρόβλημα στο αεροσκάφος.

Δεν έχω κοιτάξει πίσω μου. Εύχομαι να φρόντισαν τουλάχιστον να σώσουν τα γυναικόπαιδα. Κοιτάω το κινητό μου. Έχω 17 κλήσεις από τον Παναγιώτη και αμέτρητα μηνύματα που ξεκινάνε με ένα «Χαχαχα, τι έπαθες ρε παπάρα;», και κλιμακώνονται μέχρι το «Μενέλαε, έχω όντως ανησυχήσει. Έπαθες κάτι;». Τί να του πω; Πώς να του εξηγήσω ότι είναι υπεύθυνος για την αφάνιση του ανθρώπινου είδους, μόνο και μόνο λόγω της ανάγκης του να φάει camembert. Πόσο ανεύθυνος, Χριστέ μου… Πόσο εγωιστής!

Βλέπω κι εγώ όμως τα πράγματα εγωιστικά τώρα. Τουλάχιστον, σώθηκα. Έχω φύγει από την πηγή του κακού. Είμαι μέσα στο αεροπλάνο, μόλις απογειωθήκαμε και σε λίγες ώρες θα είμαι πίσω στην Αθήνα. Ασφαλής. Κάθομαι και τα σκέφτομαι όλα όσα έγιναν το τελευταίο δίωρο. Αιώνας ολόκληρος μου φαίνεται και αναλογίζομαι ότι γλίτωσα παρά τρίχα. Και καθώς είμαι βυθισμένος στις σκέψεις μου, περνάει η ώρα και φτάνει το γεύμα. Φαγητό αεροπλάνου (παραδοσιακά απαίσιο), αλλά με όλα όσα έγιναν, δεν πρόλαβα να φάω, οπότε είναι ό,τι πρέπει.

Μου δίνει η αεροσυνοδός γεμάτη χαμόγελο το δισκάκι μου, το ακουμπάω στο τραπεζάκι μπροστά μου και περιεργάζομαι τα περιεχόμενά του. Σαλατούλα με παντζάρι, κοτόπουλο με κάρυ και ρύζι, ένα σουφλεδάκι σοκολάτα και… όχι Χριστέ μου! Όχι! Ένα τριγωνάκι camembert! Και εκείνη ακριβώς τη στιγμή σκάει η συνειδητοποίηση. Κάθε ένας από τους 160 επιβάτες έχει μπροστά του ένα τριγωνάκι camembert. Έχω γουρλώσει τα μάτια. Θέλω να φωνάξω, να τους προειδοποιήσω. «ΜΗΝ ΑΝΟΙΞΕΤΕ ΤΟ ΠΕΡΙΤΥΛΙΓΜΑ!» Είναι μάταιο. Δεν βγαίνει η φωνή. Το ξετύλιγμα του περιτυλίγματος ολων των τυρακίων που βρίσκονται μέσα στο αεροπλάνο αντηχεί στα αυτιά μου σαν τις κραυγές χιλιάδων τυροκόμων που καίγονται στην κόλαση. Και τη στιγμή που αγγίζουν την ατμόσφαιρα του αεροπλάνου, μια γαστριμαργική πυρηνική έκρηξη έρχεται και μου πυρακτώνει τη μύτη. This is the end.

Camembert, νίκησες…




You may also like...

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *